1.3.06

ΣΥΧΑΡΙΑΣΜΑΤΑ ΕΙΣ ΓΕΝΕΘΛΙΑ ΓΑΪΔΑΡΟΥ

Σαν αύριο, 150 χρόνια πριν (2 Μαρτίου του 1856, αφόριζαν τον Λασκαράτο…)

Μου το θύμισε μάλλον η miradolina (κάπου βρήκα αυτό το κείμενο αλλά δεν θυμάμαι σίγουρα ούτε έχω χρόνο να ψάξω...του έκανα κάποιες αλλαγές και σας το προτείνω...)

Ηταν το 1856, όταν ο Ανδρέας Λασκαράτος (1811-1901) κυκλοφορούσε τα «Μυστήρια της Κεφαλονιάς», ένα βιτριολικό βιβλίο, στο οποίο «μαστιγώνει αλύπητα, εξευτελίζει ή και καθυβρίζει τον κλήρο, ενώ συγχρόνως διακωμωδεί τα κοινωνικά ήθη των Κεφαλονιτών», όπως επισημαίνει ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Θόδωρος Καρζής στο άκρως ενδιαφέρον και απολαυστικό βιβλίο του «Η σάτιρα και η παγκόσμια ιστορία της» (κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη).

Και συνεχίζει:«Το βιβλίο ξεσήκωσε φοβερό σάλο στους κόλπους της Εκκλησίας, αλλά και ανάμεσα στους ριζοσπάστες, που τον μισούσαν για τις πολιτικές του θέσεις. Ο Λασκαράτος καταγγέλλεται ως υβριστής των θείων, προτεστάντης και άθεος -με τις δύο τελευταίες κατηγορίες, φυσικά, σε πλήρη αντίφαση μεταξύ τους.

Η Εκκλησία της Κεφαλληνίας, στις 2 Μαρτίου 1856, «απεκήρυξε τον συγγραφέα, ως μέλος σαπρόν, δι’ αφορισμού»..
Αλλά ο... αφορεσμένος, αν και με δύο ήδη αφορισμούς στην τσέπη, ατάραχος, αμετανόητος ρωτάει:
-Και τι θα πάθω που με αφόρισαν;
-Να, το κορμί σου δε θα λιώσει ποτέ.
-Τουλάχιστον αφόρισαν και τα παπούτσια μου για να μη λιώσουν οι σόλες μου;».

Δεν είναι μόνο η Εκκλησία…

«Ο λαός -σημειώνει άλλος μελετητής του- εξερεθιζόμενος, τοσούτον κατελήφθη υπό θρησκευτικού φανατισμού, ώστε και αυτή η ζωή του συγγραφέως ηπειλείτο…», «Οι συμπολίτες του τον αντιμετωπίζουν εχθρικά και τον απομονώνουν κοινωνικά.
Κάθε φορά που βγαίνει στο δρόμο, διάφοροι συνοικιακοί "παλικαράδες" τον προπηλακίζουν, τον βρίζουν, τον απειλούν, τον φτύνουν, του κάνουν το βίο αβίωτο.
Μια οδυνηρή προσωπική περιπέτεια, συνηθισμένη, άλλωστε, στους σατιρικούς, που ο κυνηγημένος θα σχολιάσει με καυστικούς στίχους:
ΣΥΧΑΡΙΑΣΜΑΤΑ ΕΙΣ ΓΕΝΕΘΛΙΑ ΓΑΪΔΑΡΟΥ
Νά' ν' καλορίζικο το νιο γαϊδούρι/ και του εύχομαι όση δύναται ανθρωπιά!/
Μα όχι οχι την ντόπια, γιατί τότε δα/ είναι καλύτερα να 'ναι γαϊδούρι.
Και ακόμη, σε μια θεωρητική τοποθέτησή του πάνω στο ίδιο ζήτημα:
«Εγώ υποφέρνω την αγανάκτηση του Όχλου που ζει σήμερα, διά να ωφελήσω τον Όχλο που θα ζήσει αύριο».

Η περιπέτεια δεν τελειώνει εδώ. Φεύγει από το νησί του και εγκαθίσταται στη γειτονική Ζάκυνθο, όπου εκδίδει τη σατιρική εφημερίδα «Ο Λύχνος» -για να οδηγηθεί, όμως, από το πρώτο κιόλας φύλλο, στο εδώλιο. Η κατηγορία ήταν ότι είχε γράψει τη βλάσφημη φράση: «Η σαρακοστή έχει 48 ημέρες, όπως το σελίνι έχει 48 φαρδίνια» [βρετανικό νόμισμα].

Το δικαστήριο αποφαίνεται ότι, πράγματι, ο κατηγορούμενος διέπραξε το ποινικό αδίκημα της «εξυβρίσεως της θρησκείας», τον καταδικάζει σε τετράμηνη φυλάκιση και ο ποιητής οδηγείται στις φυλακές.

Στη συνέχεια δημοσιεύει την «Απόκριση εις τον αφορεσμόν του κλήρου», για την οποία παραπέμπεται να δικαστεί στο κακουργιοδικείο(!), όπου, πάντως, οι ένορκοι των αθώωσαν…

Ο Λασκαράτος, απτόητο πνεύμα αντιλογίας, μαζί με όλα τα άλλα του αντι- δεν είναι μόνο φανατικός αντικληρικαλιστής, είναι και ορκισμένος αντιμοναρχικός.
Γίνεται έξαλλος μαθαίνοντας ότι κάποιοι αυλοκόλακες πρότειναν λαϊκό έρανο για την αγορά χρυσής κολυμπήθρας, στην οποία θα βαφτιζόταν ο διάδοχος Κωνσταντίνος.
«Μεγαλειότατε, τρακόσιες χιλιάδες δραχμές για την κολυμπίθρα του διαδόχου είναι τρακόσιες χιλιάδες μαρτυριές ότι το Εθνος μας εζουρλάθηκε. Δέξου, Μεγαλειότατε, την προσφορά που σου κάνουνε• μα χτίσε με τα χρήματα εκείνα φρενοκομεία...» -γράφει, με αποτέλεσμα να επέμβει και πάλι ο εισαγγελέας...

Το ασταμάτητο κυνηγητό ανάγκασε τον ποιητή να περάσει μεγάλος μέρος της ζωής του στο εξωτερικό. Μπορούσε κανείς να τον συναντήσει πότε στο Λονδίνο, πότε στο Κέμπριτζ, πότε στο Παρίσι, πότε στην Πίζα, αλλά πάντοτε με την πέννα στο χέρι, να επιδίδεται τόσο στη σάτιρα όσο και σε άλλα λογοτεχνικά είδη: διήγημα, δοκίμιο, αφήγημα, στοχασμός, μαρτυρία, λίβελος.

Μερικά από τα πολυάριθμα έργα του είναι γραμμένα απευθείας στην ιταλική ή στην αγγλική γλώσσα. Σημαντικότερο θεωρείται το πεζό «Ιδού ο άνθρωπος» ή «Χαρακτήρες», όπου ανατέμνει βαθιά όσο και σαρκαστικά τους διάφορους τύπους που συναποτελούν τον κοινωνικό κορμό.

Έχει ο καιρός γυρίσματα;
Όταν έγινε πασίγνωστος και διάσημος, ακόμη κι έξω από τη μικρή ελληνική επικράτεια, η πνευματική ελίτ της Αθήνας τον αναγνώρισε επίσημα και τον προσκάλεσε στην πρωτεύουσα, όπου του επιφύλαξε τιμητική και πανηγυρική υποδοχή.

Τελικά, η Ιερά Σύνοδος παραδέχτηκε στην πράξη την ήττα της, αποφασίζοντας να άρει μονομερώς τον αφορισμό του. Ήταν μια δεκαετία πριν από το θάνατο του ποιητή, ο οποίος, στα ενενήντα του χρόνια, κηδεύτηκε εκκλησιαστικά.

Προηγουμένως η Ιερά Σύνοδος, είχε θελήσει να συμβιβαστεί μαζί του και να τον πείσει να αποκηρύξει «Τα μυστήρια της Κεφαλονιάς» με αντάλλαγμα την άρση του αφορισμού. Αλλά ο Λασκαράτος είχε αρνηθεί πεισματικά, απαντώντας στις εκκλησιαστικές αρχές με μία και μόνη, λακωνική όσο και κατηγορηματική φράση: «Είμαι πρόθυμος να συμβιβαστώ με τους εχθρούς μου όταν γίνουν τίμιοι σαν κι εμένα».

Σήμερα, στο Ληξούρι της Κεφαλονιάς, εκεί όπου τον έβριζαν και τον ξυλοκοπούσαν, ορθώνεται επιβλητικό το άγαλμά του…

1 σχόλιο:

Maria είπε...

Βρε πως αλλάζουν οι καιροί
Αλλού εγώ κι' αλλού εσύ


... που λέει και το τραγούδι.

Πάντος η ιστορία έχει τον τρόπο της να εκδικείται. Σίγουρα στην εποχή του Λασκαράτου οι επικριτές του ήταν εξίσου αν όχι περισσότερο διάσημοι απο αυτόν. Και σήμερα ποιός τους θυμάται. Και αυτοί οι λίγοι που τους θυμούνται τι γνώμη έχουν για τις απόψεις τους?